100 Αινίγματα

Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010 8:09 μμ |

alt

Σαν βόδι μουγκρίζει, σαν φίδι σφυρίζει, σαν άλογο τρέχει, μα ποδάρια δεν έχει.
(αέρας)

Τέσσαρες στύλοι στη γη, δυο στον ουρανό και δυο καλά στα χέρια. Τι είναι;
(κατσίκα που αρμέγεται)

Αν με κυνήγι πάντα ζω, τουφέκι δε βασταίνω
ψαράς δεν είμαι, μα παντού τα δίχτυα μου τα στέννω.
(αράχνη)

Φιλντισένιο περιβόλι, κελαηδεί γλυκό αηδόνι.
(γλώσσα και δόντια)

Την ημέρα στολισμένο και τη νύχτα φορτωμένο;
(κρεβάτι)

Έχω ένα βαρελάκι κι έχει δυο λογιών κρασάκι.
(αυγό)

Κολοκύθι επτάτρυπο, κάθε τρύπα κι όνομα. Τι είναι;
(κεφάλι)

Με τα χέρια τα σπέρνεις, με το στόμα τα θερίζεις.
(γράμματα)

Απ' έξω γυαλιστερή, από μέσα μαλλιαρή, 
κι από μέσα απ' το μαλλί είναι μια μπουκιά καλή.
(κάστανο)

Εγώ είμαι γυμνή και τον κόσμο ντύνω.
(βελόνα)

Όλους ταΐζει και δεν τρώει. Τι είναι;
(κουτάλι)

Έχω μια κόρη που τη φιλούνε όλοι.
(βρύση)

Βάλε με μες στο λαγήνι, να με πάρεις όπου θέλεις, 
βάλε με μες στην κοιλιά σου, να σε πάρω όπου θέλω.
(κρασί)

Κρεάτινο σουβλί και σιδερένιο κρέας.
(δαχτυλίδι και δάχτυλο)

Άσπρος κάμπος, μαύρα γίδια.
(γράμματα στο χαρτί)

Ο πρόσωπον άσπρον, κι η καρδιά κρύον.
(χιόνι)

Μια βαρκούλα φορτωμένη στη σπηλιά μπαίνει και βγαίνει. Τι είναι;
(κουτάλι στο στόμα)

Τα βουνά ασπρίσανε, τα μακριά κονταίνανε, οι μύλοι σταματήσανε, οι βρύσες ξεκινήσανε, οι τριάντα δυο φίλοι μ' αφήσανε και τα δυο γένηκαν τρία.
(γέρος)

Απ' τον κώλο την κρατάω και στο στόμα τη φιλάω.
(κύπελλο)

Πίσω απ' άσπρο φράχτη κόκκινο σκυλί γαβγίζει.
(γλώσσα και δόντια)

Τι είν' αυτό που άλλοι το 'χουν μισό, άλλοι ολόκληρο κι άλλοι καθόλου;
(γονείς)

Πεντ' αδέρφια το αρπάζουν, τριάντα δυο σφυριά το σπάζουν, μια κοπέλα τ' αγκαλιάζει και στην Κω το κατεβάζει.
(δάχτυλα, δόντια, γλώσσα, στομάχι και πρωκτός)

Ένα σπίτι στρογγυλό, κι έχει νύφη και γαμπρό, πεθερά και πεθερό.
(καρύδι)

Εκεί που είσαι ήμουν και 'δω που είμαι θα 'ρθεις.
(γέρος και νέος)

Το στρογγυλό μου στο σκιστό σου.
(κουμπί και κουμπότρυπα)

Τα χείλη του στα χείλια μου, το χέρι του στο χέρι μου.
(κύπελλο)

Σε κήπο δε φυτεύεται, σε περιβόλι όχι, 
ο βασιλιάς το γεύεται, κι όλος ο κόσμος το 'χει.
(αλάτι)

Χτυπώ χτυπώ, δίχως να σε πονώ, μ' αν πάψω να χτυπώ, χάθηκες στο λεπτό.
(καρδιά)

Πάπλωμα παπλωματίζει, πέφτει κάτω και μουγκρίζει.
(τα κύματα της θάλασσας)

Ο γαμπρός το βάζει κι η νύφη φωνάζει. Τι είναι;
(κλειδί και κλειδαριά)

Λούσκεται και πλύσκεται, καμίαν 'κι στεγνούται.
(γλώσσα)

Όλο μέσα και το κεφάλι έξω.
(καρφί)

Σφυράει ο τσοπανάκος και μαζεύονται τα πρόβατα.
(καμπάνα και πιστοί)

Περνώ στεριές και θάλασσες, ρωτάω και απαντώ, κι όμως καθόλου δε μιλώ.
(γράμμα, επιστολή)

Μια μητέρα φτερωτή κάνει παιδί αφτέρωτο και το αφτέρωτο παιδί γεννά μητέρα φτερωτή.
(κότα και αυγό)

Το σαλιάζω, το κορδώνω και στην τρύπα της το χώνω.
(βελόνα και κλωστή)

Γούρνα μου πελεκητή, μαρμαρένια και χυτή, μαύρα τα ψαράκια σου με το κρύο σου ζουμί.
(καρπούζι)

alt

Μακρύς μακρύς καλόγερος με τ' άντερα στον κώλο.
(βελόνα με κλωστή)

Άσχημος πατέρας, όμορφος ο γιος και τρελός ο εγγονός.
(κλήμα, σταφύλια και κρασί)

Έχω είκοσι αδερφάκια όλα με τα σκουφάκια.
(δάχτυλα)

- Άχνα πούχνα που θα πας;
- Τρυπεμέντσα ντο ρωτάς;
(καπνός και καμινάδα)

Μακρύς μακρύς καλόγερος ποτέ σκιά δεν κάνει.
(δρόμος)

Δεν είμαι φεγγάρι, δεν είμαι αστέρι, μα φέγγω με τον πισινό το καλοκαίρι.
(πηγολαμπίδα)

Έχω ένα σεντουκάκι κι έχει μέσα κάτι κάτι, σαν χαθεί το κάτι κάτι, τι το θές το σεντουκάκι;
(κεφάλι και μυαλό)

Μητέρα και κόρη το ίδιο όνομα έχουν, δέρνουν τη μητέρα κι αρμέγουνε την κόρη.
(το δέντρο και ο καρπός της ελιάς)

Σου τη δείχνω και τρομάζεις, σου τη βάζω και πονάς, σου τη βγάζω κι έχει χύσει, κι όμως έχει ωφελήσει.
(ένεση)

Από μαύρη μάνα γεννιέται παιδί κόκκινο. Τι είναι;
(κάρβουνα)

Τρικέφαλος, δεκάποδος, πενηνταδυονυχάτος.
(ζευγάς και βόδια)

Αλωνίδα μαλλιαρή πίνει νερό, δεν κατουρεί.
(κότα)

Δυο καλά στεκούμενα, δυο περιπατούμενα, δυο μοιάζουνε, μα δεν ταιριάζουνε.
(ήλιος και φεγγάρι)

Σειρά σειρά παιδόπουλα φορούνε καλπακόπουλα.
(καρφιά)

Ποια είναι εκείνη η μάνα που γεννάει τα παιδιά της και τα καταπίνει;
(θάλασσα)

Μια κοντούλα παχουλή πάντα κόκκινα φορεί, έχει πράσινα μαλλιά και σποράκια στην κοιλιά.
(ντομάτα)
alt


Χωρίς να σε κόψω σε κάνω διπλό.
(καθρέφτης)

Είναι ένα πράμα που το έχουν όλα τα πράματα. Τι είναι;
(όνομα)

Ποιο είναι εκείνο που κανένας δεν το τρώει και μόνο ένας το τρώει;
(ξύλο και φωτιά)

Εκκλησία θολωτή ένας στύλος την κρατεί.
(ομπρέλα)

Άψυχο ψυχή δεν έχει, και στον ουρανό πηγαίνει.
(καπνός)

Σουβλωτό, μπιμπικωτό, σε θηλυκού τρύπα μπαίνει.
(σκουλαρίκι)

Στο βουνό γεννήθηκα, στο βουνό αναθρέφθηκα, μαύρος αράπης έγινα, στη θάλασσα κατέβηκα.
(καράβι)

Είναι δυο κουβάρια, τ' έναν μαύρο και τ' άλλο άσπρο, κυλιούνται κυλιούνται και τ' έναν τ' άλλο πότέ δε φτάνουν.
(ημέρα και νύχτα)

Το φίδι τρώει τη θάλασσα και η θάλασσα το φίδι και στου φιδιού την κεφαλή καράβι αρμενίζει.
(λυχνάρι)

Έχω ένα εργανόπον και σκεπάζ όλεν την γην.
(ουρανός)

Όταν πλυθώ, λερώνεται.
(νερό)

Ίσιο είναι σαν κερί, κι η φωνή του βροντερή.
(τουφέκι)

Είναι ένα πραματάκι κι έχει στον κώλο τ' αγκαθάκι.
(σφήκα)

Πράσινοι τοίχοι, κόκκινα τζάμια, μέσα χοροπηδούνε μαύρα αραπάκια.
(καρπούζι)

Από πάνω το τηγάνι κι από κάτω το μπαμπάκι κι από μπρος του το τσιμπίδι κι από πίσω το ψαλίδι.
(χελιδόνι)

Από στραβό κλαδί κρέμεται κίτρινο φλουρί, το κρέας του δροσίζει, το αίμα του ζαλίζει.
(κλήμα, σταφύλια και κρασί)

Ένα πράμα-πραματάκι μ' ένα ποδαράκι. Τι είναι;
(μανιτάρι)

Τη βλέπω, με βλέπει, της μοιάζω, μου μοιάζει, της μιλάω, δε μιλάει.
(φωτογραφία)

Έχω πέντε κεφαλές, τέσσαρες αναπνοές, χέρια-πόδια είκοσι και νύχια εκατό.
(πεθαμένος και αυτοί που τον κουβαλούν)

Εγώ γι' αυτό σ' αγόρασα κι έδωσα τον παρά μου, 
για να σε βάζ' ανάσκελα, να κάνω τη δουλειά μου.
(σκάφη)

alt

Χιλιοτρύπητο λαγήνι που σταλιά νερό δε χύνει.
(σφουγγάρι)

Ποιο είν' εκείνο, που το βάζουμε στο τραπέζι, το κόβουμε, το μοιράζουμε, μα δεν το τρώμε;
(τραπουλόχαρτα)

Θάλασσα είναι, νερό δεν έχει, βουνό είναι, χώμα δεν έχει, κάμπος είναι, χόρτα δεν έχει, πόλη είναι, σπίτια δεν έχει.
(χάρτης)

Όταν βλέπω, δεν το βλέπω και το βλέπω, όταν δε βλέπω.
(όνειρο)

Μ' αφαιρείς και μεγαλώνω, με προσθέτεις και μικραίνω.
(λάκκος)

Ουρανός ατσάλι και γη πετάλι, γάτου ποδάρι και φιδιού κεφάλι.
(χελόνα)

Εσύ τον βλέπεις πάντοτε, ο βασιλιάς σπανίως και ο Θεός ποτέ.
(τον όμοιο)

Έναν πουλλίν χωρίς φτερά ψην κι έχ και πετά. Ντό να έν;
(χαρταετός)

Από τον άνθρωπο ψηλό κι από την κότα χαμηλό.
(καπέλο)

Το τσιτσί βαστάει λιλί.
(σκουλαρίκι και αυτί)

Τρεις την βαστούν, όταν γεννά, μ' αλήθεια, πρώτα πίνει,
κάμνει παιδιά ευγενικά και πίσω της τ' αφήνει.
(πένα)

Χίλιοι μύριοι κατεβαίνουν, και οι δυο τους απαντάνε και τ' όνομά τους αλλάζουν.
(σιτάρι, μυλόπετρες και αλεύρι)

Βάζω το χέρι στο βρακί, πιάνω το πράμα τι μακρύ και το βάζω σε μια τρύπα που 'χει από πάνω τρίχα.
(τσιγάρο, χείλια και μουστάκι)

Άσπρη κότα ψοφημένη ζωντανά πουλιά πλακώνει.
(πάπλωμα)

Σα φίδι σφυρίζει, σα βόδι μουγκρίζει, σαν άλογο τρέχει, και πόδια δεν έχει.
(σφαίρα)

Το 'χετε φάει όλοι σας, μπορώ να ορκισθώ, μα ούτε ώμο τρώγεται, ούτε ψητό, ούτε βραστό.
(ξυλοδαρμός)

Πέτρα με κώλο, μύτη με κώλο, δέκα τραβούνε, δυο κατουρούνε.
(άνθρωπος που αρμέγει κατσίκα)

Χέζει τρως και κάνει φως.
(μέλισσα, μέλι και κερί)

Τι είναι εκείνο που το μαζεύουν οι πλούσιοι και το πετάν οι φτωχοί;
(μύξα)

Όλην μέραν μπουκωμένα και την νύχταν αδειασμένα.
(παπούτσια)

Είναι βαρύς σαν σίδερο, είναι γλυκός σα μέλι, μήτε με χέρι πιάνεται, μήτε στην τσέπη μπαίνει.
(ύπνος)

Από μητέρα κόκκινη μαύρο παιδί γεννιέται.
(φωτιά και καπνός)

Κόκκινο σπίτι, κόκκινη η νοικοκυρά, άσπρες δούλες που κάνουν τη δουλειά.
(στόμα, γλώσσα και δόντια)

Σαν πεταλούδα έρχεται, σαν άνθος κατεβαίνει 
και σαν καλός διοικητής ση χώρα πάει και μπαίνει.
(χιόνι)

Έχω κάτι που πόδια δεν έχει, και περπατά, φτερά έχει, και όμως δεν πετά. Τι είναι;
(ψάρι)

Πολύχρωμα, γυαλιστερά, εξήντα δόντια μυτερά, ίσως και παραπάνω, 
και κάνω ομορφότερο εκείνον που δαγκάνω.
(χτένα)

Ψηλός ψηλός καλόγερος και κόκαλα δεν έχει.
(καπνός)
(αποστολέας η Τάνια Καραολάνη)

Άσπρη μπαίνει, κόκκινη βγαίνει.
(πίτα)
(αποστολέας η Τάνια Καραολάνη)

Γύρω γύρω χορταράκι και στη μέση πηγαδάκι.
(αιδοίο)
(αποστολέας η Τάνια Καραολάνη)

Τεντωμένη τη βάζεις, ζαρωμένη τη βγάζεις.
(κάλτσα)
(αποστολέας η Τάνια Καραολάνη)

Χίλιοι μύριοι καλόγεροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι.
(ρόδι)
(αποστολέας η Τάνια Καραολάνη)

Σου τη δείχνω και φοβάσαι, σου τη βάζω και πονάς.
(ένεση)
(αποστολέας η Τάνια Καραολάνη)

Τι ζούσε στην προϊστορία, έτρωγε μπανάνες, είχε χαυλιόδοντες, προβοσκίδα, και πηδούσε από δέντρο σε δέντρο;
(μαϊμούθ)

Τι έχει oκτώ πόδια, ζει στη θάλασσα και μουγκρίζει;
(οχταβόδι)

Όταν το θάβουν ζωντανεύει.
(σπόρος)

Έχω το χρώμα της ελπίδας,
πλέκω στεφάνια της πατρίδας. 
Μα ξεπεσμός, σωστή ζαλάδα
με βάζουν κάποτε στη φασουλάδα.
(δάφνη)

Είναι το πιο καλό δέντρο.
(ακακία)

Σφυρίζει, βουίζει, βογκάει, τρίζει, τον ακούς μα δεν τον βλέπεις.
(αέρας)

Κάποιος μας το δίνει
και όλοι το 'χουμε 
ποτέ δε μας αφήνει
όπου κι αν πηγαίνουμε.
(όνομα)

Είναι εκείνο που δε χρησιμεύει καθόλου, και όμως δεν μπορείς να πας πουθενά χωρίς αυτό.
(σκιά)

Ένας στραβός, ένας κουλοχέρης, κι ένας γυμνός περπατούσαν στο δρόμο. Ο στραβός είδε το ψάρι, ο κουλοχέρης το 'πιασε, κι ο γυμνός τ' έβαλε στην τσέπη του.
(ψέμα)

Μπορείς να τη δεις το χειμώνα, αλλά δεν μπορείς να τη δεις το Καλοκαίρι.
(αναπνοή)

Περπατάει με τρία πόδια και βλέπει με τέσσερα μάτια.
(γέρος)

Είναι το μόνο πράγμα που σπάζει όταν προφέρεται το όνομά του.
(σιωπή)

Δειλός πολυκυνήγητος
ποτέ δεν κλείνει μάτι, 
μ' αυτιά σαν του γαϊδάρου
και γρήγορος σαν άτι.
(λαγός)

Ζώο που έχει τα κόκαλά του απ' έξω.
(σαλιγκάρι)

Όλη μέρα πεθαμένο και το βράδυ αναστημένο.
(λυχνάρι)

Τον έναν άνθρωπο, τον κάνει δυο.
(καθρέφτης)

Σαν σαΐτα ελαφρός
στα πελάγη ξεναγός
στα καράβια ουραγός.
(γλάρος)

Έχουν 10 δάχτυλα και πόδι ούτε ένα.
(γάντια)

Μόλις μπαίνουν στο σπίτι τους, βγάζουν τα κεφάλια τους έξω απ' τα παράθυρα.
(κουμπιά)

Τ' ακούει όλα, αλλά δεν μπορεί να πει τίποτε.
(αυτί)

Νερό με γεννά, ήλιος με θρέφει, βασιλιάδες, άρχοντες με τιμούν, αλλά σαν δω τη μάνα μου, πέφτω και πεθαίνω.
(αλάτι)

Η κεφαλή του στο βουνό, κι η ουρά του στο γιαλό.
(ποτάμι)

Έχω τρία βόδια: το ένα τρώει και ποτέ δε χορταίνει.
Το άλλο κοιμάται και ποτέ δεν ξυπνά.
Το τρίτο φεύγει και ποτέ δε γυρνά.
(φωτιά, στάχτη, καπνός)

Όσο μεγαλώνει τόσο λιγότερο το βλέπουμε.
(σκοτάδι)

Δεν έχω ούτε σώμα, ούτε ψυχή. 
Μα όταν παίζω τη φυσούνα μου, 
όλα παν εδώ κι εκεί.
(αέρας)

Θα είναι αύριο, και ήταν χθες.
(σήμερα)

Μπαίνει μες από το τζάμι, χωρίς να το σπάει.
(φως)

Μακρύς μακρύς καλόγερος, ποτέ σκιά δεν κάνει.
(δρόμος)

Εκκλησιά θολωτή, μια κολώνα την κρατεί.
(ομπρέλα)

Ανεβαίνει, κατεβαίνει, κι ο γιατρός μας μπαίνει βγαίνει.
(θερμόμετρο)

Ήλιος δεν είναι, ακτίνες έχει,
πόδια δεν έχει
κι όμως τρέχει.
(τροχοί)

Έχει πόλεις χωρίς σπίτια, έχει δάση χωρίς δέντρα, έχει ποτάμια χωρίς ψάρια.
(γεωγραφικός χάρτης)

Γερανοί πετούσαν, τι πολλοί που ήταν:
ένας είχε μπρος του δυο,
ένας άλλος πίσω δυο, 
κι ένας άλλος μοναχός 
ένα πίσω κι ένα μπρος.
(τρεις)
(αποστολέας Παπαδοπούλου Όλγα)

Τετράποδο ποδοπατώ, αλλ' όμως δεν κινούμαι. Περί εμέν πολλοί γελούν, αναγινώσκουν, ομιλούν, ουδέ καταλαμβάνω.
(τραπέζι)
(αποστολέας Ξιμιτίδου Κυριακή)

Τεντωμένη την βάζεις, μαραμένη την βγάζεις.
(κάλτσα)
(αποστολέας Καλάγκα Όλγα)

Τρέμει, τρέμει στου κοριτσιού την τρύπα μπαίνει.
(σκουλαρίκι)
(αποστολέας Καλάγκα Όλγα)

Άσπρο, άσπρο σαν τυρί, 
μα τυρί δεν είναι, 
έχει ποντικιού ουρά, 
μα ποντίκι δεν είναι. Τι είναι;
(ρεπάνι)
(αποστολέας Παπαδημοπούλου Ελευθερία)

Ψηλός λιγνός καλόγερος μα κόκαλα δεν έχει.
(καπνός)
(αποστολέας Μανάση Άρτεμης)

Αρνάκι μου το κόκκινο 
Θεός να το φυλάει.
Αν φάει ξύλο θρέφεται 
αν πιεί νερό ψοφάει.
(φωτιά)΄

Άσπρη με βάζουν στη φωτιά
και μου μαυρίζει ο κώλος
κι απ' τη δική μου την κοιλιά
τρώει ο κόσμος όλος.
(κατσαρόλα)

Γύρω-γύρω θάλασσα
και μέσα ένα φίδι,
το φίδι τρώει τη θάλασσα
κι η θάλασσα το φίδι.
(καντήλι με το φυτίλι και το λάδι με τη φλόγα)

Δυο αδελφάκια αγκαλιασμένα
και στον κώλο κολλημένα.
(ψαλίδι)

Δυο κερνούν και ένας πίνει.
(μαστοί και μωρό)

Δυο σειρές μαργαριτάρια 
σε δυο κόκκινα ντουβάρια.
(δόντια και χείλια)

Είμαι, είμαι, μα τι είμαι
Σαν με πεις παύω να είμαι.
(μυστικό)

Ένα πουλί πετούμενο, 
πετούμενο, χαρούμενο,
που έχει έξι πόδια
και χέζει σαν τα βόδια.
(μύγα)

Ένα πουλί χωρίς φτερά
ψυχή δεν έχει και πετά.
(χαρταετός)

Έχει ξάδερφο τον σκύλο
κι όμως δεν τον έχει φίλο
(λύκος)

Η θάλασσα το 'χει,
η γη δεν το 'χει
η παντρεμένη το είχε και το έχασε,
η ελεύθερη χωρίς αμφιβολία το 'χει.
Το 'χει ο λεβέντης μπροστά
και ο Σαμουήλ το έχει πίσω.
(το γράμμα «λ»)

Όλα τα σβήνει το νερό,
κι εμένα μόν' ανάβει.
(ασβέστης)

Πέντε αδέλφια το αρπάζουν
τριανταδυό σφυριά το σπάζουν
μια κοπέλα τα' αγκαλιάζει
στο ασκί τα κατεβάζει.
(φαγητό, δάχτυλα, δόντια, γλώσσα)

Πίσω από φράχτη κάτασπρο
κόκκινη σκύλα μένει
πότε γαβγίζει, πότε ορμά
και πότε περιμένει.
(γλώσσα)

Τι είναι αυτό που στη ζωή
μόνο χαρά σκορπάει,
ίσια τα κάνει τα στραβά
και τα σωστά χαλάει.
(χρήμα)

Φύλλα κρατάει μα δέντρο δεν είναι,
την σκέψη μετράει κεφάλι δεν είναι,
και αν άψυχο είναι συνήθως μιλάει 
γιατί στο κορμί του τα λόγια κρατάει.
(βιβλίο)

Κάθεται χοντρούλα Ξένια 
η κοιλιά της ειν' ξυλένια
και η ζώνη σιδερένια.
(βαρέλι)

Δε γαβγίζει, δε δαγκώνει
μα στο σπίτι δεν αφήνει.
(κλειδαριά)

Χωρίς φωνή, χωρίς κορμί, 
χωρίς φτερά, αλλά ακούγεται καλά.
(ηχώ)

Πλοίο μπρος και πίσω πάει
κ' ούτε ένα κύμα κάνει.
(σίδερο)

Χωρίς πόδια, χωρίς χέρια
ζωγραφίζει και αστέρια.
(παγωνιά)

Όποιοι έρχονται και πάνε, 
απ' το χέρι την κρατάνε.
(πόρτα)

Αν απλώνεις εκεί χέρια, 
θα απλώνεις και τα πόδια.
(ηλεκτρικό ρεύμα)

Πέντε αδέλφια μαζί γεννιούνται,
μαζί δουλεύουν, μαζί κοιμούνται
κανείς δεν κλαίει και δε γκρινιάζει
και ούτε ο ένας τον άλλον μοιάζει.
(δάχτυλα)